ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΙΣΙΔΩΡΑΣ ΜΑΛΑΜΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΑΝΑΠΟΔΑ»
ΤΗΣ ΒΑΛΙΑΣ ΓΚΕΝΤΣΟΥ [ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΚΑΡΥΟΘΡΑΥΣΤΙΣ» ΤΕΥΧΟΣ 10/11, ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2022]
Η ποιητική συλλογή της Βάλιας Γκέντσου Παραμύθια Ανάποδα έρχεται ως εύλογη συνέχεια της προηγούμενης ποιητικής της συλλογής Ο δρόμος άνοιγε στο τέλος, τόσο σε επίπεδο ποιητικής δεξιοτεχνίας, όσο και σε επίπεδο θεματικού βάθους. Βρισκόμενη εκεί, στο νοητικό ξέφωτο που της χάρισε το άνοιγμα του δρόμου της προηγούμενης ποιητικής της ακροβασίας, αγγίζει την άκρη του μίτου για να διαβεί τώρα έναν νέο ποιητικό λαβύρινθο. Μόνο που ο λαβύρινθος αυτός είναι τρισδιάστατος και η ποιήτρια χαίρεται ‒εκτός από την οριζόντια περιδιάβασή του‒ τις πολλαπλές καταδύσεις της στο νοητικό του βυθό και, παράλληλα, το πέταγμά της στο ύψος της ποιητικής ιδέας. Σε αυτό το αδιάκοπο παιχνίδισμά της, ανακαλύπτει τη μαγεία του ανάποδου πετάγματος· τη νέα προοπτική που δίνει η ανάποδη οπτική· τη δυνατότητα να βλέπεις τα πράγματα ανάποδα, διατρανώνοντας ότι η ποίηση είναι ο χώρος των πολλαπλών οπτικών και των αναρίθμητων αναγνώσεων. Άλλωστε, κάπου εκεί, στο ανάποδο παραμύθι ή, συχνά, σε μια επικαιροποιημένη αντιστροφή του, αναμένει την ανακάλυψη ενός κόσμου πιο γλυκού ‒με την ιδιότητα της ποίησης να απαλύνει τη σκληρότητα‒ από αυτόν των συμβατικών παραμυθιών: «Τι παραμύθι να σου πω /να πεταχτείς απάνω /ανάποδο θα σου το πω/ να στρέψει αλλιώς το ριζικό». Για αυτό, θα κλείσει απέξω τους λύκους των παραμυθιών που μάτωσαν την παιδική της ζωή και θα βάλει τις κοκκινοσκουφίτσες να τους φιλούν στο στόμα, θα δώσει την πρωτοκαθεδρία των λιτανειών σε ντυμένα με άμφια κορίτσια που θα οδηγούν τους γυμνούς παπάδες και θα ξεκαθαρίσει ότι οι πριγκίπισσες δεν θα νιώσουν ποτέ το μπιζέλι κάτω από τα στρώματα, νεύοντας συναινετικά στα καθαρά λόγια του Αναγνωστάκη: «Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια. Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί. Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο. Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια». Κανένας ωραιοποιημένος κόσμος, λοιπόν, τίποτα παραπλανητικό δεν θα θολώσει την αλήθεια της Γκέντσου, την προσωπική της κατάθεση, τον τρόπο που βίωσε αυτή το πέρασμα του χρόνου και των ανθρώπων από πάνω της. Με αυτήν την προγραμματική αρχή, ο ποιητικός τοκετός απέβη πληθωρικός: 56 ποιήματα, κάτω από τη σκέπη τεσσάρων κεφαλαίων και δύο να αυτονομούνται στην αρχή της συλλογής, αποτυπώνοντας το στίγμα της. Το πρώτο, «Δειλινές σκιές», αφουγκράζεται την ανάγκη των ψυχών να επικοινωνήσουν αγγίζοντας το ρόπτρο μαλακά, και την ηθελημένη αυτοπαγίδευση του ποιητικού υποκειμένου σε μια ατέρμονη, διά βίου αναζητητική στάση: θα γεράσω σκεπτόμενη. Το δεύτερο, «Γυάλινη σφαίρα», καλεί τον αναγνώστη να κρυφοκοιτάξει μαζί με το ποιητικό υποκείμενο μέσα στη γυάλινη σφαίρα της ζωής, να έρθει αντιμέτωπος με όσα «πρέπει» και «μην» απρεπώς παραβιάστηκαν, αλλά και με όσα ‒αν και απαιτούσαν υπερβάσεις‒ αντιμετωπίστηκαν με πειθήνια υποταγή. Μα όχι σίγουρα να μετανοήσει για αυτά. Απλώς, να εγκύψει σε μια μνήμη που δεν έχει την πολυτέλεια να είναι επιλεκτική. Ένα παράτυπο, λοιπόν, κοίταγμα ‒απότοκο μιας ανήσυχης σκέψης‒ αποτελεί το εναρκτήριο κάλεσμα στον αναγνώστη.
Πρώτος σταθμός, η παιδική ηλικία, «Η εποχή των κοριτσιών». Μια εποχή κατά την οποία η ποιητική περσόνα ζούσε ως πρωταγωνίστρια του δικού της παραμυθιού, ως μια άλλη Τίνκερμπελ, ως μια νεράιδα παραμυθιών με τις δικές της κούκλες στο χέρι, ως μία μακρόταλη αμαζόνα· κάθε ρόλος και ένα «γιατί» ή καλύτερα ένα «γιατί δεν». Μια εποχή κατά την οποία ο χρόνος ήταν απέραντος και η μέρα ξεψυχούσε ευθεία / όπως γεννιόταν. Μια εποχή της αταξίας, της σκανταλιάς, αλλά και της ιδιοτροπίας, της ανάγκης για φυγή: δεν ήθελα να είμαι σαν /ήθελα να είμαι η. Μια εποχή που επανέρχεται σαν ένα φωτογραφικό λεύκωμα το οποίο ξεφυλλίζει χρόνια μετά, για να συνθέσει όλα τα κομμάτια του κατακερματισμένου πια εαυτού της. Η εικόνα της καθιστής μητέρας, με τα εικονογραφημένα στο χέρι, η παρουσία του πατέρα ζωντανή μέσα από τα απλωμένα του εσώρουχα που τόσο απρόσμενα λιγόστεψαν στη ζωή της. Στο ποιητικό παρόν μένουν σαν απολιθώματα οι εικόνες μόνο, παρουσίες μόνιμων απουσιών, με τις γονεϊκές φωνές να αντηχούν ακόμη, ευτυχώς, μελωδικά στα αυτιά της: το τραγούδι του πατέρα έρχεται τότε / εξαίσια αίσθηση νιότης παλιάς / με τη μάνα να κάνει τις δεύτερες.Το ίδιο κλίμα αναπόλησης χαρακτηρίζει και τα ποιήματα που φωλιάζουν κάτω από τον γενικό τίτλο «Επέκεινα του φράχτη». Η ομορφιά της φύσης και το παιδικό παιχνίδι που γεννούσε ήρωες, οι μαθήτριες με τους άσπρους γιακάδες και τα μαύρα από τα καπνά ακροδάχτυλα, το άγγιγμα του θανάτου που, ευτυχώς, αστόχησε, συνθέτουν τον κόσμο της τρυφερής παιδικότητας τόσο διαμετρικά αντίθετο με αυτόν της σκληρής ωριμότητας, που η ποιητική φωνή απαιτεί να τον ξαναζήσει σε μια διεκδίκηση του προσωπικού της ανθίσματος: Ν’ άφηνα τα μαλλιά μου λυτά / ανεμοδαρμένα πέπλα / στην πρώιμη ζέστα των ήλιων / να σκαρφαλώσουν τα παιδιά της γειτονιάς / να κτίσουν δεντρόσπιτα / Ο τόπος ν’ ανθίσει / να μείνει έκτοτε ανθισμένος.
Η ερωτευμένη νέα βρίσκει ποιητική στέγη στο τρίτο μέρος της συλλογής, με τίτλο «Κι ό,τι πονά ας κλείσει», είτε για να εκμυστηρευτεί τη ζωογόνα επίδραση του «εσύ» πάνω της, το αίσθημα της πληρότητας από το άλλο μισό που εφάρμοσε απόλυτα στο αντίστοιχό του, είτε για να καταθέσει τον φόβο της ερωτικής σιωπής και του αποχωρισμού, που άφησε το αποτύπωμά του σε ένα περίγραμμα στον τοίχο ‒ μια μνήμη/εμπόδιο: Το περίγραμμα στον τοίχο / έμεινε σκιά του εαυτού του / όπως και να το κάνουμε / είσαι εμπόδιο στο χώρο. Αυτά τα σημάδια όλων των κάδρων που κατεβάσαμε τόσο ασυναίσθητα στη ζωή μας διαπερνούν και το τελευταίο μέρος της συλλογής, «Το τέλος μια ψευδαίσθηση κι αυτό», με τον θάνατο, τη ματαίωση και το αδιάλειπτο τικ τοκ να υπονομεύει κάθε σκέψη ανέφελη και να ματαιώνει κάθε στιγμή που ξεκίνησε με ευχάριστες προοπτικές. Όλα τα ποιήματα, ένας λυγμός για τις ανεπιστέγαστες προοπτικές. Μέσα από τα Παραμύθια Ανάποδα ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να χαρεί ένα μοναδικό ταξίδι στη διαχρονία και τη συγχρονία, στον χρόνο και τον χώρο, στο ποτέ και το πάντα, στο παντού και το πουθενά. Να αντικρίσει μέσα από τη φωτογραφική αρχιτεκτονική του στίχου τούς ναούς της Σάγκρι Λα, τα πορτραίτα φαγιούμ, τον Άγιο Χριστόφορο και την Ελεούσα, να χαρεί την αναβίωση μεγάλων ιστορικών στιγμών και να μετάσχει με ευλάβεια στον συγκρητισμό μιας ποίησης υλικά και πνευματικά διαπολιτισμικής ‒ και, κατά συνέπεια, βαθιά ανθρώπινης. Να ταξιδέψει μέσα από τα παιδικά παραμύθια στις ανέφελες νύχτες του παρελθόντος, τότε που μητρική αφήγηση μοίραζε ρόλους ηρωικούς, που ενσαρκώνονταν με επαγγελματική συνέπεια στα πιο πραγματικά όνειρα από ερασιτέχνες ηθοποιούς. Να αναπαραστήσει μυθικά τέρατα, που χαίρονταν την υπερβολή των δυνάμεών τους μέσα σε έναν κόσμο καθ’ όλα αδύναμο. Βασικό όχημα στο ποιητικό εγχείρημα, η δύναμη της εικόνας, ευθεία αντανάκλαση της αγάπης της ποιήτριας για την καλλιτεχνική φωτογραφία. Την πρωτοκαθεδρία της εικόνας υπηρετούν αδιαμαρτύρητα και τεχνηέντως συγκρατημένα τα υπόλοιπα εκφραστικά μέσα, ενώ η γλώσσα της ποιήτριας τολμά επικίνδυνους συνδυασμούς, που οδηγούν, ωστόσο, σε ασφαλή κατάδυση. Σε αυτό το πλαίσιο, οι τίτλοι των ποιημάτων, τίτλοι-χρησμοί, αποτελούν κάθε φορά μια πρόκληση για μια προσωπική αποκρυπτογράφηση, ένα ατομικό στοίχημα, με την αστιξία όχι μόνο να επιτρέπει, αλλά και να ενθαρρύνει τις υποκειμενικές ερμηνευτικές ακροβασίες.
Η ποίηση της Βάλιας Γκέντσου επιφυλάσσει για τον αναγνώστη ένα μοναδικό κέρδος, το οποίο, όμως, δεν του χαρίζεται εύκολα. Είναι ποίηση «βραδείας καύσης». Ή, καλύτερα, επαναλαμβανόμενης. Όσο περισσότερο την ανασκαλέψεις στην προσωπική σου φωτιά, τόσο περισσότερη θέρμη θα εισπράξεις. Με άλλα λόγια, η ανάγνωση της ποιητικής αυτής συλλογής απαιτεί μια αναγνωστική δεξιότητα που υπονομεύεται από την εποχή: τη βραδύτητα, την κίνηση εις βάθος κι όχι εις μήκος. Η δεύτερη, η τρίτη ανάγνωση των ποιημάτων της συλλογής, ανοίγει άξαφνα ερμηνείες που πρωτύτερα ήταν σφραγισμένες και φάνταζαν απροσπέλαστες. Κι όμως πρόκειται για ερμηνείες της ζωής του καθενός μας. Και η γραφή της Γκέντσου ίσως είναι ένας τρόπος για να απασφαλίσουμε όλα όσα μας επιβάλλουν τη συμβίωση με έναν άγνωστο εαυτό.
Ισιδώρα Μάλαμα